Ο Σταμάτης Λαζάρου δίκαια θεωρείται ο μεγαλύτερος Λαϊκός ζωγράφος στις ημέρες μας.Οι γονείς του μπάρμπα-Σταμάτη κατάγονται από τα Μέθανα. Γνήσιοι Αρβανίτες, κληροδότησαν πολλά από τα Αρβανίτικα προτερήματα στον γιό τους, που είδε το φως της ζωής το 1915 στα Ταμπούρια του Πειραιά.Με τα κακοτράχηλα βουνά του χωριού του και τους σκληροτράχηλους συμπατριώτες του είχε συνεχή επαφή. Μόνο δύο τάξεις κατάφερε να τελειώσει στο γυμνάσιο του Πειραιά. Η επιτακτική βιοποριστική ανάγκη της οικογένειας τον ανάγκασε να ριχτεί στην βιοπάλη, μα το πάθος του για την ζωγραφική τον ακολούθησε σε όλες τις σκληρές βιοποριστικές του περιπέτειες. Τα πρώτα τελάρα του νεαρού ζωγράφου ήταν αυτή η ίδια η τσιμεντένια αυλή του σπιτιού του, που την στόλισε με θέματα της καθημερινής πειραιώτικης ζωής.
Στην αρχή εργάστηκε σαν ξυλουργός και κατόπιν σε μηχανουργείο. Αυτές οι δουλειές ξεκινώντας σαν καθαρά βιοποριστικές παντρεύτηκαν με την ζωγραφική κάτω από την δημιουργική φαντασία του Σταμάτη Λαζάρου. Πλήθος έργων με ξύλο, χαλκό και σίδερο δημιούργησε. Μα και στην άγρια στουρναρόπετρα της πατρίδας του και σ' αυτήν έδωσε πνοή ζωής και ομορφιάς.
Οι αγώνες του 1821 πάντα εμπνέουν τον Σταμάτη Λαζάρου και δεν είναι λίγα τα έργα με θέματα αυτών των αγώνων.
Κάποτε τον ανακαλύπτουν. Ανακαλύπτουν την αξία των έργων του. Η μια έκθεση ακολουθεί την άλλη και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από το 1964 θα ασχοληθεί πλέον αποκλειστικά με την ζωγραφική δουλεύοντας σε κάθε είδους υλικό. Θα καθιερωθεί σαν ο μεγαλύτερος λαϊκός ζωγράφος σήμερα και θα ονομαστεί "νέος Θεόφιλος" από Έλληνες και ξένους τεχνοκρατικούς.
Στα 70 του χρόνια θα δουλεύει κάτω από δύσκολες συνθήκες λόγω ενός εγκεφαλικού. Θα σταματήσει ουσιαστικά το έργο του, και η τελευταία του χειρονομία θα είναι αυτή που συγκίνησε πρόσφατα το πανελλήνιο: Θα δωρίσει τα έργα του στον Δήμο του Πειραιά.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
10 Ιουλ 2007
Χρήστος Μαλτέζος
Δολοφονήθηκε με άγρια βασανιστήρια στις Φυλακές της Κέρκυρας το Νοέμβρη του 1938.Στις 22 Νοεμβρίου του 1938, λίγες μέρες πριν συμπληρωθούν τα 16 χρόνια από την ίδρυση της ΟΚΝΕ, ακριβώς στην επέτειο των 20 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ, άφησε την τελευταία του πνοή, στις φυλακές της Κέρκυρας όπου εκρατείτο, μια από τις ηρωικότερες μορφές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, ο νεολαίος επαναστάτης, ο Γραμματέας της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας Χρήστος Μαλτέζος. Ο θάνατός του ήταν αποτέλεσμα φρικτών βασανιστηρίων στα οποία τον υπέβαλαν τα όργανα της μεταξικής δικτατορίας. Το κενό που άφηνε πίσω του δυσαναπλήρωτο. Το παράδειγμά του ξεχωριστό. «Στην Ακροναυπλία - γράφει ο Β. Μπαρτζιώτας - έπειτα από τη δολοφονία του Χ. Μαλτέζου, απαγγέλλαμε ένα σονέτο (δεν ξέρω ποιος το έγραψε) και θυμάμαι μόνο μία στροφή: "Σύντροφοι, τον Χρήστο Μαλτέζο σκότωσαν, έναν απ' αυτούς που ξέραν τι είναι ζωή και τη δόσαν!"».Ο Χρ. Μαλτέζος γεννήθηκε στα 1908 στα Μέθανα. Στο επαναστατικό κίνημα μπήκε πολύ νωρίς, όταν ήταν ακόμη φοιτητής της Νομικής. Συνδέθηκε με την ΟΚΝΕ από το 1925, εντάχθηκε στις γραμμές της το 1928 και πολύ γρήγορα αναδείχτηκε σε στέλεχος. Δούλεψε στις οργανώσεις της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και αλλού. Για αρκετό χρονικό διάστημα καθοδηγούσε την έκδοση της εφημερίδας της ΟΚΝΕ «ΝΕΟΛΑΙΑ», που έβγαινε τακτικά, μέσα όμως σε συνθήκες αφάνταστα δύσκολες και είχε μεγάλη κυκλοφορία στα εργοστάσια, στις συνοικίες, στο στρατό, αλλά και στην επαρχία, στα χωριά. Ο Κώστας Μπόσης δίνει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των συνθηκών μέσα στις οποίες έβγαινε η «Νεολαία», όταν ήταν υπεύθυνος για την έκδοσή της ο Μαλτέζος που αξίζει να την παρακολουθήσουμε. «Την έβγαζαν - γράφει - με το τίποτα σχεδόν. Επρεπε να κυκλοφορεί οπωσδήποτε, να βλέπει η Ασφάλεια πως τα λυσσασμένα μέτρα της δεν μπορούν να λυγίσουν τη θέληση των αγωνιστών, να καταλαβαίνουν οι νεολαίοι πως η οργάνωση ζει και δουλεύει και να παίρνουν κουράγιο. Λεφτά δεν είχαν να νοικιάσουν έστω και μια τρύπα. Ενα φύλλο το έγραψαν σε μια σοφίτα. Πήγαν πριν φέξει κι όταν έφυγε για τη δουλειά του ο εργάτης τους κλείδωσε απόξω ως το βράδυ. Δεν έπρεπε να κάνουν θόρυβο, μην ακούσει η σπιτονοικοκυρά, και δεν μπορούσαν να βγουν ούτε για το νερό τους... Το δεύτερο φύλλο σ' ένα πλυσταριό. Το τρίτο... Ομως κάποτε έφτασαν στο "αμήν". Ολες οι προσπάθειες απέτυχαν. Εδειχνε πως δεν εκπλήρωσαν το αγωνιστικό τους καθήκον. Τέλος το αποφάσισαν. Εμειναν ένα εικοσιτετράωρο νηστικοί, τις πενταροδεκάρες που μάζεψαν απ' τη Συνταχτική Επιτροπή τις έδωσαν σ' ένα θυρωρό και τους άφησε να δουλέψουν σ' ένα υπόγειο... Κι η εφημερίδα έβγαινε κανονικά».
Ο Χρ. Μαλτέζος διακρινόταν για την ακούραστη δράση του, αλλά και για τη ζωντάνια που τον έκανε να μην περνάει απαρατήρητος. Ως καλό, ικανό, «φλογερό σύντροφο με νεολαιίστικο ενθουσιασμό» τον περιγράφει ο Β. Μπαρτζιώτας που δούλεψε μαζί του στην ΟΚΝΕ.
Με την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ο Χρ. Μαλτέζος, όπως και ολόκληρο το Κόμμα και η ΟΚΝΕ, πέρασε στην παρανομία. Οι συνθήκες σκληρές, το κυνηγητό από τα όργανα της δικτατορίας ανελέητο. Ολα αυτά, οι συνεχείς κακουχίες, η λιγοστή και πάντα κακή τροφή, κλόνιζαν σοβαρά την υγεία του. Εγινε φυματικός. Ομως συνέχισε αμείωτα την επαναστατική του δράση. Διάβαζε αδιάκοπα για να συμπληρώνει τη μόρφωσή του και να τελειοποιεί τη θεωρητική του κατάρτιση και παράλληλα δούλευε ακούραστα στις παράνομες οργανώσεις.
Το Οκτώβρη του 1937 ο Χρ. Μαλτέζος αναδείχτηκε στη θέση του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής της ΟΚΝΕ. Λίγους μήνες αργότερα, την Ανοιξη του 1938, πιάστηκε στην Αθήνα από τα όργανα της Ασφάλειας.
Η σύλληψη, τα μαρτύρια και η δολοφονία του Χρ. Μαλτέζου
Ορισμένες πηγές γύρω από τη ζωή και τη δράση του Χρ. Μαλτέζου αναφέρουν ότι συνελήφθη από τα όργανα της μεταξικής δικτατορίας το Μάη του 1938. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ασφάλεια το 1949 ο Χρ. Μαλτέζος συνελήφθη, από στις 20 Απριλίου του 1938, γύρω στις 8.30 μ.μ., σε μία από τις παρόδους στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Για να μπορέσουν μάλιστα οι αρχές να φτάσουν στη σύλληψή του χρειάστηκε να καταφέρουν ισχυρά χτυπήματα στις φοιτητικές οργανώσεις της ΟΚΝΕ.
Οταν συνελήφθη ο Μαλτέζος είχε πάνω του κοινή προκήρυξη της Οργάνωσης Αθήνας της ΟΚΝΕ και της Σοσιαλιστικής Πρωτοπορίας που πληροφορούσε τους νέους ότι είχε επέλθει συμφωνία για τη συγκρότηση «Λαϊκού Μετώπου Νεολαίας» μεταξύ της ΟΚΝΕ, της Σοσιαλιστικής Πρωτοπορίας, της Δημοκρατικής Νεολαίας σε κοινή σύσκεψη που είχε πραγματοποιηθεί τις μέρες του Πάσχα.
Ο Χρ. Μαλτέζος βασανίστηκε άγρια από τα αστυνομικά όργανα για να προβεί σε αποκαλύψεις, αλλά δεν υπέκυψε. Ετσι παραπέμφθηκε σε δίκη όπου καταδικάστηκε σε 4 1/2 χρόνια φυλάκιση και δύο χρόνια εκτόπιση στην Ακροναυπλία. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα όπου υπέστη τα πάνδεινα για να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Συγκεκριμένα τον έριξαν στην Αχτίνα Θ' όπου κρατούνταν ο Ν. Ζαχαριάδης και άλλα στελέχη του Κόμματος. Του έκαναν φάλαγγα, τον έκαιγαν με καυτό λάδι, αποπειράθηκαν να του καρφώσουν πέταλα στα πόδια. Αναγκάστηκε να κηρύξει απεργία πείνας παραμένοντας αλύγιστος. Εν τω μεταξύ τα βασανιστήρια συνεχίζονταν χωρίς όμως αποτέλεσμα. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 22/11/1938, τον αποτελείωσαν. Σύμφωνα με όσα δημοσιοποίησε η Ασφάλεια το 1949 ο Χρ. Μαλτέζος «διέφυγε των χεριών των φυλάκων και ερρίφθη από το παράθυρον του διαδρόμου εις το κενόν, αυτοκτονήσας». Πρόκειται για την κλασική μέθοδο εξόντωσης κρατούμενων που ακολουθούσαν οι αρχές ασφάλειας, τη γνωστή εκπαραθύρωση, που πέταγαν τον κρατούμενο από το παραθυρο στο κενό ούτως ώστε το έγκλημα να δείχνει αυτοκτονία. Ετσι πέθανε ο Χρ. Μαλτέζος. Αξίζει όμως να κλείσουμε αυτό το σημείωμα δίνοντας το λόγο στο Ν. Ζαχαριάδη, ο οποίος στη σύντομη ιστορία του για το ΚΚΕ έγραψε για το Χρ. Μαλτέζο: «Στις 22 Νοέμβρη 1938, εδώ στην Κέρκυρα, ένας ήρωας, ο Χρ. Μαλτέζος πέθανε. Και ένας προδότης, ο Μανωλέας έκανε δήλωση. Συμβολική σύμπτωση. Αναδείχνοντας τέτοιους ήρωες και ξεκαθαρίζοντας τέτοιους προδότες, το ΚΚΕ στέρεα, ακλόνητα, αποφασιστικά, βαδίζει προς τη νίκη, παρ' όλες τις δυσκολίες, τις θυσίες και τις προδοσίες».
28 Ιουν 2007
Ο Ρήγας του ρεμπέτικου
«Ο πατέρας μου ο Μπάτης ήρθε απ' τη Σμύρνη το '22 κι έζησε 50 χρόνια σ' ένα κατώι φτωχικό», λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος στο γνωστό του τραγούδι με τη φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου.
«Γεννήθηκε στα Μέθανα γύρω στα 1887 και πέθανε στον Πειραιά στις 10 Μαρτίου 1967», αναφέρει σε σημείωμα του ο γνωστός ερευνητής του ρεμπέτικου Πάνος Σαββόπουλος.
«Πρόκειται για έναν από τους θεμελιωτές του κλασικού πειραιώτικου ρεμπέτικου τραγουδιού, άσχετα αν ηχογράφησε μόνο 17 τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου. Ηταν ένα από τα μέλη της περίφημης "Τετράδος της ξακουστής του Πειραιά", που με την εμφάνισή της το καλοκαίρι του 1934 άλλαξε όλη την πορεία του λαϊκού τραγουδιού στις πόλεις και καθιέρωσε το μπουζούκι σαν το πιο εκφραστικό όργανο», σημειώνει ο Π. Σαββόπουλος.
Οι άλλοι τρεις της «Τετράδος» ήταν οι πασίγνωστοι Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Ανέστης Δελιάς.
Επαιζε πάρα πολύ ωραία μπαγλαμά και είχε δικό του «χοροδιδασκαλείο» στη Δραπετσώνα, γύρω στο 1925, γράφει ο Τ. Σχορέλης. «Μέχρις ότου καεί το Καραϊσκάκη, το 1937, διατηρούσε εκεί καφενείο - τεκέ, όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής. Στη ζωή του έκανε πολλές δουλειές. Εκτός από το χοροδιδασκαλείο και το καφενείο-τεκέ, πουλούσε φάρμακα για τους κάλους και τα δόντια, έκανε το μικροπωλητή, είχε ενεχυροδανειστήριο κ.ά. Είχε αναπτυγμένο το αίσθημα του χιούμορ και έχουν αφήσει εποχή τα καλαμπούρια του και οι "πλάκες" που 'χε σκαρώσει σε πολλούς, χωρίς την παραμικρή δόση κακίας».
Από τους δύο αυτούς ερευνητές του ρεμπέτικου και οι πληροφορίες που ακολουθούν: «Στα 8 του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε στον Πειραιά, γι' αυτό τον θεωρούν στην ουσία Πειραιώτη. Επρόκειτο για χαρακτήρα ατίθασο και ως εκ τούτου έκανε πάνω από 10 χρόνια στο στρατό». (Π.Σ.)
«Μέχρι το θάνατό του έπαιζε και τραγουδούσε πότε με συγκροτήματα και πότε μόνος του, γυρνώντας στα καφενεία και στις ταβέρνες. Ηταν πραγματικά ο αντιπροσωπευτικός τύπος του ρεμπέτη καλλιτέχνη. Οι παλιοί τον θυμούνται πάντα καλοντυμένο να παίζει στα λεμονάδικα, καθισμένος πάνω σ' ένα καρότσι, με το μικρό οργανάκι του, που το έκρυβε μέσα στην τσέπη του σακακιού του. Ο πιο όμορφος χαρακτηρισμός που γίνηκε για τον Μπάτη είναι αυτός που έκανε ο γερο-Τσακιριάν, που τον γνώριζε καλά. "Ηταν ο Ρήγας του Πειραιά". Είναι ένας χαρακτηρισμός που μαζί του συμφωνούν όλοι όσοι τον γνώρισαν. Οταν θάψανε τον Μπάτη, του βάλανε μαζί τον αγαπημένο του μπαγλαμά που του 'χε φτιάξει ο Τσακιριάν». (Τ.Σ.)
«Πέθανε από προβλήματα στα πνευμόνια. Λίγο πριν πεθάνει ο Μπάτης έγραφε τη διαθήκη του:
"Ο Μπαρμπα-Γιώργος γέρασε, δυο κόκαλα έχει μείνει, μα το μπαγλαμαδάκι του στιγμή δεν το αφήνει. Με μπαγλαμάδες αγκαλιά πέρασε τη ζωή του, με μια στερνή διπλοπενιά θ' αφήσει τη ζωή του. Να μην τον συγχωρήσετε, δεν έχει κάνει κρίμα, μόν' θέλει να τον θάψετε με μπαγλαμά στο μνήμα. Ο Μπαρμπα-Γιώργης ο Πειραιώτης, γερομάγκας και τσικ ιππότης, μπουζουκοπροσωπικότης, ο Μπαρμπα-Γιώργης ο Πειραιώτης"». (Π.Σ.)
Γνωστά τραγούδια του Μπάτη είναι η «Γυφτοπούλα», οι «Φυλακές του Ωρωπού», ο «Θερμαστής», το «Βάρκα μου μπογιατισμένη», το «Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο» («Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα») και ο θρυλικός «Μπουφετζής» -απ' όπου οι στίχοι με τους οποίους θα κλείσω αυτό το σημείωμα: «Θέλω να γίνω μπουφετζής σε τούρκικους τεκέδες / να 'ρχονται οι χανούμισσες να πίνουν ναργιλέδες». Και στο φινάλε, η επωδός:
«Γεια σου, λεβέντη μου Μπάτη».
«Γεννήθηκε στα Μέθανα γύρω στα 1887 και πέθανε στον Πειραιά στις 10 Μαρτίου 1967», αναφέρει σε σημείωμα του ο γνωστός ερευνητής του ρεμπέτικου Πάνος Σαββόπουλος.
«Πρόκειται για έναν από τους θεμελιωτές του κλασικού πειραιώτικου ρεμπέτικου τραγουδιού, άσχετα αν ηχογράφησε μόνο 17 τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου. Ηταν ένα από τα μέλη της περίφημης "Τετράδος της ξακουστής του Πειραιά", που με την εμφάνισή της το καλοκαίρι του 1934 άλλαξε όλη την πορεία του λαϊκού τραγουδιού στις πόλεις και καθιέρωσε το μπουζούκι σαν το πιο εκφραστικό όργανο», σημειώνει ο Π. Σαββόπουλος.
Οι άλλοι τρεις της «Τετράδος» ήταν οι πασίγνωστοι Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Ανέστης Δελιάς.Επαιζε πάρα πολύ ωραία μπαγλαμά και είχε δικό του «χοροδιδασκαλείο» στη Δραπετσώνα, γύρω στο 1925, γράφει ο Τ. Σχορέλης. «Μέχρις ότου καεί το Καραϊσκάκη, το 1937, διατηρούσε εκεί καφενείο - τεκέ, όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής. Στη ζωή του έκανε πολλές δουλειές. Εκτός από το χοροδιδασκαλείο και το καφενείο-τεκέ, πουλούσε φάρμακα για τους κάλους και τα δόντια, έκανε το μικροπωλητή, είχε ενεχυροδανειστήριο κ.ά. Είχε αναπτυγμένο το αίσθημα του χιούμορ και έχουν αφήσει εποχή τα καλαμπούρια του και οι "πλάκες" που 'χε σκαρώσει σε πολλούς, χωρίς την παραμικρή δόση κακίας».
Από τους δύο αυτούς ερευνητές του ρεμπέτικου και οι πληροφορίες που ακολουθούν: «Στα 8 του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε στον Πειραιά, γι' αυτό τον θεωρούν στην ουσία Πειραιώτη. Επρόκειτο για χαρακτήρα ατίθασο και ως εκ τούτου έκανε πάνω από 10 χρόνια στο στρατό». (Π.Σ.)
«Μέχρι το θάνατό του έπαιζε και τραγουδούσε πότε με συγκροτήματα και πότε μόνος του, γυρνώντας στα καφενεία και στις ταβέρνες. Ηταν πραγματικά ο αντιπροσωπευτικός τύπος του ρεμπέτη καλλιτέχνη. Οι παλιοί τον θυμούνται πάντα καλοντυμένο να παίζει στα λεμονάδικα, καθισμένος πάνω σ' ένα καρότσι, με το μικρό οργανάκι του, που το έκρυβε μέσα στην τσέπη του σακακιού του. Ο πιο όμορφος χαρακτηρισμός που γίνηκε για τον Μπάτη είναι αυτός που έκανε ο γερο-Τσακιριάν, που τον γνώριζε καλά. "Ηταν ο Ρήγας του Πειραιά". Είναι ένας χαρακτηρισμός που μαζί του συμφωνούν όλοι όσοι τον γνώρισαν. Οταν θάψανε τον Μπάτη, του βάλανε μαζί τον αγαπημένο του μπαγλαμά που του 'χε φτιάξει ο Τσακιριάν». (Τ.Σ.)
«Πέθανε από προβλήματα στα πνευμόνια. Λίγο πριν πεθάνει ο Μπάτης έγραφε τη διαθήκη του:
"Ο Μπαρμπα-Γιώργος γέρασε, δυο κόκαλα έχει μείνει, μα το μπαγλαμαδάκι του στιγμή δεν το αφήνει. Με μπαγλαμάδες αγκαλιά πέρασε τη ζωή του, με μια στερνή διπλοπενιά θ' αφήσει τη ζωή του. Να μην τον συγχωρήσετε, δεν έχει κάνει κρίμα, μόν' θέλει να τον θάψετε με μπαγλαμά στο μνήμα. Ο Μπαρμπα-Γιώργης ο Πειραιώτης, γερομάγκας και τσικ ιππότης, μπουζουκοπροσωπικότης, ο Μπαρμπα-Γιώργης ο Πειραιώτης"». (Π.Σ.)
Γνωστά τραγούδια του Μπάτη είναι η «Γυφτοπούλα», οι «Φυλακές του Ωρωπού», ο «Θερμαστής», το «Βάρκα μου μπογιατισμένη», το «Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο» («Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα») και ο θρυλικός «Μπουφετζής» -απ' όπου οι στίχοι με τους οποίους θα κλείσω αυτό το σημείωμα: «Θέλω να γίνω μπουφετζής σε τούρκικους τεκέδες / να 'ρχονται οι χανούμισσες να πίνουν ναργιλέδες». Και στο φινάλε, η επωδός:
«Γεια σου, λεβέντη μου Μπάτη».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)